• Διεύθυνση Ιατρείου:
    Λ.Κηφισίας 39 - Αμπελόκηποι
  • Τηλέφωνο:
    +30.211.0121745

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΗ

Ο καρκίνος του προστάτη είναι ο συχνότερος συμπαγής όγκος και το δεύτερο αίτιο θανάτου από καρκίνο στους άντρες.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Η μέση ηλικία της διάγνωσης για καρκίνους που εμφανίζονται κλινικά είναι τα 72 έτη. Είναι σπάνια για άντρες κάτω των 50 ετών. Μόλις 5-10% των περιπτώσεων του καρκίνου του προστάτη έχουν γενετική επιρροή, αν και ο κίνδυνος καρκίνου του προστάτη αυξάνει ανάλογα με το οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του προστάτη.

Ο κίνδυνος είναι 7 φορές μεγαλύτερος σε ασθενείς με τρεις πρώτου βαθμού συγγενείς επηρεασμένους, ειδικά αν ο καρκίνος έχει διαγνωσθεί σε μικρή ηλικία.

Ο δια βίου κίνδυνος για καρκίνο του προστάτη για ένα άντρα στα πενήντα του είναι 40%, αλλά ο κίνδυνος να πεθάνει από καρκίνο του προστάτη είναι μόνο 3%.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Δεν υπάρχουν συμπτώματα από τον πρωτοπαθή όγκο σε ασθενείς με τοπική νόσο. Τοπικά προχωρημένοι καρκίνοι προκαλούν συμπτώματα από το κατώτερο ουροποιητικό (LUTS), αλλά αυτά είναι πολύ κοινά σε άντρες στα 60 έτη τους και πιο συχνά οφείλεται η καλοήθης υπερτροφία(BPH).

Η πιο κοινή εστία μεταστάσεων στον καρκίνο του προστάτη είναι τα οστά και ο πόνος στα οστά, τα παθολογικά κατάγματα ή η αναιμία μπορεί να αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία. Οι γενικές επιδράσεις της κακοήθειας (καχεξία, γενική κακουχία και απώλεια βάρους) βρίσκονται μόνο σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Η δακτυλική εξέταση από το ορθό είναι σημαντική για τον καθορισμό του κλινικού σταδίου του όγκου. Λόγω του ελέγχου με PSA, οι περισσότεροι καρκίνοι του προστάτη στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη είναι κλινικά περιορισμένοι στον προστάτη κατά την διάγνωση.

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Το ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA-Προφέρεται Πι Ες Εϊ) είναι μια σερινοπρωτεάση, της οποίας η λειτουργία είναι να υγροποιεί το σπέρμα. Παράγεται αποκλειστικά από τα λοβία εντός του προστάτη και η συγκέντρωση του εξαρτάται από την ηλικία, τον όγκο του προστάτη και την παρουσία καρκίνου του προστάτη.

Το PSA δεν είναι διαγνωστικό του καρκίνου του προστάτη, αλλά αν το επίπεδα του είναι ανεβασμένα ή σχετίζεται με μη φυσιολογική δακτυλική εξέταση, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση με διορθικό υπέρηχο και κατευθυνόμενη βιοψία.

Ο διορθικός υπέρηχος μπορεί να παρέχει πληροφορίες για την σταδιοποίηση, αλλά πιο αξιόπιστες πληροφορίες για την σταδιοποίηση αποκτώνται με την πολυπαραμετρική μαγνητική τομογραφία (mpMRI) ή την αξονική τομογραφία μαζί με σπινθηρογράφημα οστών.

10% των ανδρών που βρίσκονται στα εξήντα τους, έχουν PSA περισσότερο από 3-4 ng/ml. Από αυτούς 25% έχουν καρκίνο του προστάτη, αλλά 15% των αντρών με PSA μεταξύ 2 και 3 (που συνήθως δηλώνεται ως φυσιολογικό) έχουν καρκίνο του προστάτη.

Το PSA δεν είναι ούτε ευαίσθητο ούτε ειδικό στην διάγνωση του καρκίνου του προστάτη.

ΡΙΖΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η ακτινοθεραπεία μπορεί να αποδοθεί στον προστάτη εξωτερικά του σώματος (εξωτερική ακτινοθεραπεία) ή με την εισαγωγή κοκκίων άμεσα στον προστάτη. Η εξωτερική ακτινοθεραπεία γενικά συνοδεύεται και από ορμονικό αποκλεισμό με ενδομυϊκές ενέσεις.

Προσαρμοσμένη ακτινοθεραπεία, όπου η θεραπεία περιορίζεται στον προστάτη και τις σπερματοδόχους κύστεις και που φείδεται των γειτονικών δομών (κύστη και ορθό), δίνει την δυνατότητα μεγαλύτερες δόσεις ακτινοβολίας να αποδοθούν και η αυξημένη ακρίβεια έχει ως αποτέλεσμα λιγότερες τοπικές παρενέργειες (κυστίτιδα και ακτινική πρωκτίτιδα).

Η ακράτεια είναι σπάνια, αν και ένα μικρό ποσοστό μπορεί να αναπτύξει ουρηθρικά στενώματα. Στυτική δυσλειτουργία (ανικανότητα) εμφανίζεται στο 40-50% των ασθενών λόγω τραυματισμού από την ακτινοβολία των αγγειονευρωδών δεματίων.

5% των ασθενών εμφανίζουν ακτινική πρωκτίτιδα ένα χρόνο μετά από την ολοκλήρωση της ακτινοθεραπείας. Έλλειψη ακριβούς σταδιοποίησης παρόλο την εγκάρσια απεικόνιση και την αδυναμία να αποδοθεί θανατηφόρα δόση στον όγκο μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία της ακτινοβολίας, αλλά οι ασθενείς με συννοσηρότητα μπορεί να επιλέγουν αυτή τη θεραπεία με την προϋπόθεση ότι έχουν προσδόκιμο επιβίωσης 10 ετών ή περισσότερο.

Η βραχυθεραπεία περιλαμβάνει την τοποθέτηση ραδιενεργών κοκκίων εντός του προστάτη με υπερηχογραφικό έλεγχο. Οι ασθενείς με μεγάλους προστάτες (>50ml), με μη εντοπισμένη νόσο μέτριας ή κακής διαφοροποίησης γενικά δεν θεωρούνται κατάλληλοι για αυτή την τεχνική λόγω τις αδυναμίας να τοποθετηθούν τα κοκκία ώστε να ακτινοβολήσουν όλο τον αδένα.

Επιπροσθέτως, οι παρενέργειες των συμπτωμάτων αποθήκευσης της κύστης και η επίσχεση των ούρων είναι πιο πιθανές σε ασθενείς με μεγαλύτερους προστάτες.

ΡΙΖΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΤΕΚΤΟΜΗ

Εάν ο καρκίνος του προστάτη είναι εντοπισμένος στον αδένα, η ίαση μπορεί να επιτευχθεί με ριζική προστατεκτομή, όπου ολόκληρος ο προστάτης και οι δυο σπερματοδόχες κύστεις αφαιρούνται, ενώ ανάλογα με την επιθετικότητα του καρκίνου, μπορεί να γίνει και πυελική λεμφαδενεκτομή.

Ένα βασικό πλεονέκτημα αυτής της τεχνικής είναι πως υπάρχει ξεκάθαρη πρόγνωση, γιατί είναι διαθέσιμη η σταδιοποίηση και η βαθμολόγηση από την βιοψία ολόκληρου του οργάνου, κάτι που δεν γίνεται με τις άλλες μεθόδους.

Οι χειρουργικές τεχνικές έχουν βελτιωθεί σημαντικά μέσα στα τελευταία 15 χρόνια με τάση προς την ελάχιστη επεμβατική χειρουργική, με την χρήση λαπαροσκοπίας και πιο πρόσφατα, την ρομποτική χειρουργική. Η τελευταία τεχνική επιτρέπει μεγαλύτερο έλεγχο των λαπαροσκοπικών εργαλείων με τον χειρούργο να εργάζεται μακριά από τον ασθενή σε μια κονσόλα ελέγχου. Στις Η.Π.Α, η ρομποτική τεχνική είναι πλέον η συχνότερα χρησιμοποιούμενη μέθοδος και ουσιαστικά θεωρείται το gold standard.

Η κύρια παρενέργεια της ριζικής προστατεκτομής είναι η στυτική δυσλειτουργία (10-90%). Υψηλότερα ποσοστά εμφανίζονται όταν υπάρχει προεγχειρητικά ανικανότητα και όταν τα αγγειονευρώδη δεμάτια δεν μπορεί να διατηρηθούν κατά το χειρουργείο. Με τις ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να επιτευχθεί διατήρηση των αγγειονευρωδών δεματίων.

Η άλλη κύρια παρενέργεια είναι η ακράτεια ούρων που επηρεάζει το 2-30% των ασθενών. Κατά το χειρουργείο πρέπει με προσοχή να διατηρείται ο έξω σφιγκτήρας, ενώ σημαντικό είναι να προετοιμάζονται οι ασθενείς προεγχειρητικά με ασκήσεις του πυελικού εδάφους. Μακροπρόθεσμη ακράτεια, που απαιτεί πάνες και άλλες εφαρμογές προκύπτει στο 2-5% των περιπτώσεων. Στένωση της κυστεοουρηθρικής αναστόμωσης αναπτύσσεται στο 5-10%.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΝΟΣΟΥ

Οι κύριες επιλογές που είναι διαθέσιμες για την εντοπισμένη νόσο είναι η ενεργός παρακολούθηση, η ακτινοθεραπεία και η ριζική προστατεκτομή.

ΕΝΕΡΓΟΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ (Active surveillance)

Αυτή περιλαμβάνει όχι ενεργό θεραπεία, αλλά επαναλαμβανόμενη μέτρηση του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) και διορθική βιοψία προστάτη σε τακτά χρονικά διαστήματα, με παρέμβαση μόνο αν το PSA αυξηθεί σημαντικά.

Η φυσική ιστορία του καρκίνου του προστάτη είναι μακρά, και πολλοί ασθενείς που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του προστάτη θα πεθάνουν με τον καρκίνο και όχι από αυτόν, ειδικά εάν είναι μεγαλύτεροι και έχουν συνυπάρχουσες παθήσεις όπως ισχαιμική καρδιακή νόσος, υπέρταση, ή διαβήτη.

Σε νεώτερους ασθενείς με υψηλού βαθμού νόσο, η ενεργή παρακολούθηση δεν είναι κατάλληλη γιατί η πιθανότητα προόδου είναι υψηλή και από την στιγμή που η νόσος δίνει μεταστάσεις η ίαση δεν είναι πλέον εφικτή.

ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

Υπάρχουν ορισμένες πειραματικές θεραπείες που χρησιμοποιούνται για την πρωτοπαθή νόσο ή μετά από αποτυχία της πρώτης γραμμής θεραπείας, αλλά δεν υπάρχουν ξεκάθαρα στοιχεία της αποτελεσματικότητας τους από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες. Υψηλής έντασης εντοπισμένοι υπέρηχοι εφαρμόζονται διαμέσου του ορθού και έχουν το δυναμικό να προκαλέσουν συρίγγιο στο ορθό. Η κρυοθεραπεία εφαρμόζεται διαπερινεϊκά με τρόπο ανάλογο με την βραχυθεραπεία και μπορεί να χρησιμοποιηθεί επί αποτυχίας της ακτινοβολίας. Ανικανότητα προκύπτει στο 100% και ο κίνδυνος σχηματισμού συριγγίου είναι επίσης υψηλός.

ΤΟΠΙΚΑ ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΟΣ Ή ΜΕΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΝΟΣΟΣ

Το 90% των όγκων είναι ορμονοεξαρτώμενοι ή ευαίσθητοι τουλάχιστον αρχικά. Η ορμονοθεραπεία παραμένει η κυρίαρχη θεραπεία για την προχωρημένη νόσο αλλά σε ηλικιωμένους ασθενείς με τοπική νόσο, μπορεί επίσης να αποτελεί λογική εναλλακτική. Ενώ η ορμονοθεραπεία μπορεί να μην προσφέρει βελτίωση του προσδόκιμου επιβίωσης, μπορεί να μειώνει τις επιπλοκές από την πρόοδο της νόσου.

Σε τοπικά προχωρημένη νόσο, όπου ο όγκος επεκτείνεται πέραν της προστατικής κάψας ή εντός των σπερματοδόχων κύστεων αλλά δεν έχει δώσει μεταστάσεις, ο συνδυασμός ορμονοθεραπείας και ακτινοθεραπείας αποτελεί την κυρίαρχη θεραπεία. Υπάρχει μικρή δυνατότητα για χειρουργείο σε τοπικά προχωρημένη νόσο, παρά μόνο σε νέους ασθενείς, αλλά ακτινοθεραπεία πρέπει να χρησιμοποιηθεί μετά το χειρουργείο αν αποδειχθεί αδύνατο να εκριζωθεί ο όγκος εντελώς.

Οι ασθενείς με μεταστατική νόσο έχουν μικρότερο προσδόκιμο επιβίωσης. Η κυρίαρχη θεραπεία είναι η ορμονοθεραπεία με ανδρογονικό αποκλεισμό με την χρήση είτε ενέσιμων LHRH αγωνιστών, ταμπλέτων αντιανδρογόνων ή αμφοτερόπλευρη ορχεκτομή. Οι κύριες παρενέργειες είναι εξάψεις, απώλεια της σεξουαλικής διάθεσης, ανικανότητα, προσθήκη βάρους, γυναικομαστία και οστεοπόρωση. Τελευταία, με τη διακοπτόμενη χορήγηση των LHRH αγωνιστών ή τη χορήγηση LHRH ανταγωνιστών, οι παρενέργειες είναι ελαφρώς λιγότερες και η θεραπεία καλύτερα ανεκτή από τον ασθενή.

Η απάντηση στην θεραπεία παρακολουθείται με την μέτρηση του PSA και παρά τους διαγνωστικούς περιορισμούς, το PSA είναι ένας ευαίσθητος δείκτης της προόδου του όγκου ή της υποτροπής κατά την παρακολούθηση. Η αποτελεσματικότητα κάθε θεραπείας εύκολα μετράται με την επίτευξη του ελάχιστου επιπέδου του PSΑ και η αποτυχία με τον ρυθμό αύξησης του PSA.