• Διεύθυνση Ιατρείου:
    Λ.Κηφισίας 39 - Αμπελόκηποι
  • Τηλέφωνο:
    +30.211.0121745

Ο καρκίνος του πέους δεν είναι κοινός στις ανεπτυγμένες χώρες και προκύπτει μόνο σε άντρες χωρίς περιτομή.

ΕΠΙΠΤΩΣΗ

Η υψηλότερη επίπτωση εμφανίζεται στην Αφρική, Ασία και στη Νότια Αμερική, αλλά ο καρκίνος του πέους είναι σπάνιος στην Ευρώπη, επηρεάζοντας μόνο 1 στους 100000 άνδρες.

95% των καρκίνων του πέους είναι καρκινώματα πλακώδους επιθηλίου, με τα υπόλοιπα να είναι μελανώματα, βασικοκυτταρικά καρκινώματα η λεμφώματα.

Η περιτομή έχει προστατευτική επίδραση. Ο καρκίνος επηρεάζει μόνο την ακροποσθία στο 25% και μόνο την βάλανο του πέους στο 50%. Είναι ασύνηθες να εμπλέκεται το σώμα του πέους.

ΠΡΟΚΑΚΟΗΘΕΙΣ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ

Οι ιοί των ανθρωπίνων οξυτενών κονδυλωμάτων (HPV) 16 και 18 είναι οι πιο συχνά σχετιζόμενοι με τους γεννητικούς καρκίνους. HPV-16 DNA έχει βρεθεί στο 50% των καρκίνων του πέους ή σε περιοχές δυσπλασίας. Η ερυθροπλακία του Queyrat, η νόσος Bowen και η bowenoid βλατίδωση πιστεύεται πως είναι προκακοήθεις βλάβες.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Η μεγάλη πλειοψηφία των ασθενών με καρκίνο του πέους είναι χωρίς περιτομή και έχουν μάζα ορατή ή ψηλαφητή κάτω από τη ακροποσθία. Βουβωνική λεμφαδενοπάθεια είναι ορατή στο 60% των ασθενών κατά την εμφάνιση, συχνά λόγω δευτεροπαθούς λοίμωξης. Ωστόσο. το 20% των ασθενών με αψηλάφητους λεμφαδένες έχουν λεμφαδενικές μικρομεταστάσεις.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η περιτομή με την βιοψία αποτελούν την κύρια διάγνωση και είναι σημαντικές πριν την θεραπεία. Η πρωτοπαθής βλάβη σταδιοποιείται με την κλινική εξέταση, αν και ο υπέρηχος ή η μαγνητική τομογραφία μπορεί να είναι χρήσιμοι για την εκτίμηση της διήθησης του σηραγγώδους σώματος. Μετά την αρχική βιοψία, δυναμικό σπινθηρογράφημα και βιοψία του φρουρού λεμφαδένα μπορεί να εκτελεσθούν σε υψηλού κινδύνου νόσο για να αποτραπεί μη απαραίτητη λεμφαδενεκτομή.

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΛΕΜΦΑΔΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΔΙΑΓΝΩΣΗ

55% των ψηλαφητών λεμφαδένων είναι θετικοί κατά την διάγνωση. Στενή παρακολούθηση των ψηλαφητών λεμφαδένων μετά από αντιβιοτική θεραπεία είναι προτιμότερη προσέγγιση για χαμηλού κινδύνου νόσου. Εάν οι λεμφαδένες επιμένουν μετά από αυτό, βιοψίες (αναρρόφηση, από τον πυρήνα, ή ανοικτές μπορεί να είναι αναγκαίες).

Εάν οι βουβωνικοί λεμφαδένες περιέχουν πράγματι όγκο, ακολουθούν αξονική τομογραφία κοιλίας και θώρακα. Σπινθηρογράφημα οστών ενδείκνυται μόνο αν υπάρχει πόνος στα οστά.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΘΟΥΣ ΟΓΚΟΥ

Η αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς όγκου παραμένει αμφιλεγόμενη. Ενώ ο στόχος είναι η απομάκρυνση του πρωτοπαθούς όγκου, υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για την συντηρητική θεραπεία με την διατήρηση της κοσμητικής εμφάνισης με φυσιολογική σεξουαλική και ουροποιητική λειτουργία.

ΝΟΣΟΣ ΧΑΜΗΛΟΥ ΚΑΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Οι θεραπευτικές επιλογές περιλαμβάνουν θεραπεία με λέιζερ, κρυοθεραπεία, φωτοδυναμική θεραπεία, τοπική χημειοθεραπεία (αλοιφή 5-φλουορουρακίλης), ακτινοθεραπεία, βραχυθεραπεία, και χειρουργείο (μερική πεεκτομή ή εκτομή της βαλάνου). Όταν η παρακολούθηση είναι πιθανό να μην είναι εφικτή, αυτό που συνήθως προτείνεται είναι το ριζικό χειρουργείο.

Η εξωτερική ακτινοβόληση και η βραχυθεραπεία παρέχουν ποσοστά ολικής απάντησης 56% και 70% αντίστοιχα. Στις κοινές επιπλοκές περιλαμβάνονται η τηλεαγγειεκτασία (90%), τα ουρηθρικά στενώματα (35%) και η στένωση του στομίου (15-30%).

Τα ποσοστά τοπικής υποτροπής είναι παρόμοια για όλες θεραπευτικές επιλογές (15-25%).

ΥΨΗΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Απαιτείται ριζικό χειρουργείο (βαλανεκτομή, μερική ή ολική πεεκτομή αναλόγως της τοπικής επέκτασης της νόσου). Συνοδά, μπορεί να απαιτηθεί και βουβωνική λεμφαδενεκτομή, αναλόγως της αρχικής βιοψίας, ή επί ψηλαφητών λεμφαδένων παρά τη χορήγηση αντιβίωσης.

Οι κύριοι κίνδυνοι της ριζικής βουβωνικής λεμφαδενεκτομής είναι η νέκρωση του δερματικού κρημνού, το λεμφοίδημα, σχηματισμός σερώματος, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και η πνευμονική εμβολή.

ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗ ΝΟΣΟΣ

Η χημειοθεραπεία μπορεί να έχει ένδειξη προ του χειρουργείου για καθηλωμένους βουβωνικούς λεμφαδένες, με την χρήση φαρμάκων που στηρίζονται στην πλατίνα και στην 5-φλουορουρακίλη; Τα ποσοστά ανταπόκρισης είναι του 70% ενώ τα ποσοστά επιβίωσης του 23%. Παρόμοιες αγωγές επίσης χρησιμοποιούνται στην προχωρημένη νόσο με πλήρης ή μερική ανταπόκριση του 30%.